Βιογραφικό

Image

Ήρθα στον κόσμο τον Μάιο του 1959 στο μαιευτήριο «Έλενα Βενιζέλου» των Αμπελοκήπων, οπότε δεν είναι καθόλου παράξενο που κατέληξα και Βενιζελικός, και Παναθηναϊκός. Για το πρώτο βέβαια υπεύθυνος ήταν ο παππούς μου Σταμάτης Χατζηγιάννης, προσφυγικής καταγωγής - από την Κάτω Παναγιά Τσεσμέ Μικράς Ασίας -, που από μικρό με μύησε στα μικρασιατικά, όπως και στο αποτυχημένο αλλά ένδοξο εγχείρημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-22). Το δεύτερο ήταν αναμενόμενο, αφού κατοικούσαμε στους Αμπελοκήπους. Από την ταράτσα του σπιτιού μας μάλιστα φαινόταν ένα μεγάλο μέρος του εσωτερικού του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Θυμάμαι με νοσταλγία τον πρώτο αγώνα (Παναθηναϊκός - Παναχαϊκή 2-0) που είδα γύρω στο 1970 στο γήπεδο μαζί με τον Μαρουσιώτη πατέρα μου Θωμά Πουλημένο, που αν και ποδοσφαιρόφιλος, δεν ήταν οπαδός κάποιας συγκεκριμένης ομάδας.

Στο δημοτικό πήγα στην Ιόνιο Σχολή. Αν και μονίμως ζωγράφιζα στα βιβλία μου την ώρα του μαθήματος, κατέγραφα ταυτόχρονα στη μνήμη μου όλα όσα έλεγαν οι δασκάλες και οι δάσκαλοί μου. Έτσι, ήμουν πρώτος στην τάξη χωρίς να διαβάζω σχεδόν καθόλου. Αυτή η τακτική βέβαια δεν με βοήθησε αργότερα στο εξατάξιο γυμνάσιο της Γερμανικής Σχολής, μια και  δεν είχα εξασκηθεί καθόλου στη μελέτη. Οπότε εκεί ήμουν μεν από τους καλούς μαθητές, αλλά όχι και άριστος. Εκεί που ξεχώριζα ήταν στα μαθηματικά και στα σπορ, ποδόσφαιρο και στίβο. Ειδικά δε στους δρόμους ταχύτητας, ήμουν άπιαστος. Πάντως στον ελεύθερο χρόνο μου, από τα παιδικά μου χρόνια, αυτό που με συνάρπαζε και με απορροφούσε ήταν το διάβασμα - εξωσχολικών βιβλίων φυσικά.

Το διάβασμα

Έμαθα να διαβάζω πολύ νωρίς, πριν καν πάω στο νηπιαγωγείο, ρωτώντας τη μητέρα μου Λίτσα Πουλημένου (το γένος Χατζηγιάννη) για το τι έγραφαν οι ταμπέλες που έβλεπα στον δρόμο. Από τότε δεν σταμάτησα. Θυμάμαι μερικούς δεμένους τόμους τευχών της «Διάπλασης των Παίδων» που μου είχε φέρει η μαμά μου, κάπως ξεπερασμένους βέβαια αλλά παρ’ όλα αυτά απολαυστικούς. Ιδιαίτερα μου άρεσαν οι περιπέτειες του Πιπίνου, που αργότερα έγινε πιο γνωστός στην Ελλάδα με το αρχικό του όνομα, «Μικρός Νικόλας».

Ρουφούσα τα πάντα: Κλασικά Εικονογραφημένα, Μίκυ Μάους, Λούκυ Λουκ, και ό,τι άλλο εικονογραφημένο ή μη παιδικό περιοδικό κυκλοφορούσε, κλασική λογοτεχνία σε παιδικές εκδοχές - Κάρολος Ντίκενς, Μαρκ Τουέιν, Ιούλιος Βερν κ.λπ. -, παιδικές εγκυκλοπαίδειες, εφημερίδες, περιοδικά, ακόμα κι εκείνα της γιαγιάς και της μαμάς - Ρομάντζο, Γυναίκα κ.ά. -, γενικά ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν όταν γυρνούσα το καλοκαίρι από την κατασκήνωση και έβρισκα να με περιμένουν στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς τα εικονογραφημένα περιοδικά δύο-τριών εβδομάδων, που μου τα είχαν κρατημένα. Ή πάλι τότε που ανακάλυψα στην υπόγεια αποθήκη της θείας μου μια πλήρη συλλογή τευχών του Μικρού Σερίφη - έναν πραγματικό θησαυρό!

Αργότερα, χωρίς να εγκαταλείψω τίποτε από τα παραπάνω, ξεκοκάλισα αρκετούς σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς και ιδιαίτερα τον Νίκο Καζαντζάκη, που με επηρέασε τόσο ώστε άρχισα να μιμούμαι το στιλ του στις μαθητικές εκθέσεις. Ταυτόχρονα ανακάλυψα την επιστημονική φαντασία, που τη διάβαζα στα αγγλικά. Αγαπημένοι μου οι Ισαάκ Ασίμωφ, Άρθουρ Κλαρκ, Ούρσουλα Λε Γκεν, Χάρι Χάρισον, Ρόμπερτ Χενλάιν,
Ρόμπερτ Σίλβερμπεργκ κ.ά. Σήμερα σκονίζονται στη βιβλιοθήκη μου πάνω από 300 τόμοι science fiction.

Χάρη στον πολυγραφότατο και πανεπιστήμονα Ισαάκ Ασίμωφ γνώρισα τα βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, με θεματολογία από τη φυσική, την αστρονομία, τη χημεία, τη βιολογία, την ιατρική, τα μαθηματικά και την τεχνητή νοημοσύνη. Εδώ μου κράτησαν συντροφιά οι Ρίτσαρντ Ντόκινς, Τζάρεντ Ντάιαμοντ, Ρίτσαρντ ΦάινμανΜάρτιν Γκάρντνερ, Στήβεν Τζέι Γκουλντ, Κάρλ Σέιγκαν και άλλοι, ιδιαίτερα όμως ο Ντάγκλας Χόφσταντερ με το απαράμιλλο «Gödel, Escher, Bach: An Eternal Golden Braid», ένα βιβλίο για τη νοημοσύνη - φυσική και τεχνητή - γεμάτο λογοπαίγνια, που ίσως γι' αυτόν τον λόγο δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά. Παράλληλα, με ταξίδευαν οι φιλόσοφοι πρωταγωνιστές των έργων του Λουτσιάνο ντε Κρεσέντσο και ο μυστικισμός του Κάρλος Καστανέντα, καθώς και διάφοροι Γερμανοί συγγραφείς όσο σπούδαζα και εργαζόμουν στη Γερμανία.

Ένα άλλο αγαπημένο μου είδος είναι τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Εδώ προτιμώ κυρίως τους κλασικούς, με κορυφαίους τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και την Αγκάθα Κρίστι - έχω στη βιβλιοθήκη μου πάνω από ογδόντα βιβλία της. Επίσης αγαπημένος ο αμετακίνητος Νίρο Γουλφ του Ρεξ Στάουτ, όπως και τα νουάρ μυθιστορήματα των Ρέιμοντ Τσάντλερ, Ντάσιελ Χάμετ κ.ά. Τα τελευταία με ώθησαν να ψάξω και να απολαύσω μία πληθώρα από παλιές ασπρόμαυρες ταινίες νουάρ των δεκαετιών 1950-60. Δεν πρέπει τέλος να παραλείψω τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο του Αντρέα Καμιλέρι, καθώς και τον Κινέζο δικαστή Τι του Ρόμπερτ βαν Γκούλικ.

Άφησα τελευταία την ιστορία, επειδή είναι αυτή που από τα εφηβικά μου χρόνια ως σήμερα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Αν και δεν αδιαφορώ για καμία ιστορική περίοδο, υπάρχουν τρεις που με συγκινούν ιδιαίτερα. Η πρώτη ξεκινά από την ανακάλυψη της γραφής στη Μεσοποταμία και την Εγγύς Ανατολή και φτάνει ως την καταστροφή πολλών από τα κράτη της περιοχής γύρω στο 1200 π.Χ. Ένας δε από τους ήρωές μου είναι ο Μάικλ Βέντρις, ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε τη Γραμμική Β. Έπειτα έρχονται τα χίλια και πλέον χρόνια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας - του Βυζαντίου. Από αυτή την περίοδο ξεχωρίζω τους Σερ Στήβεν Ράνσιμαν και Ντόναλντ Νίκολ, τον γλαφυρό ερασιτέχνη ιστορικό Τζον Τζούλιους Νόριτς, αλλά και τα ιστορικά μυθιστορήματα του Κώστα Κυριαζή. Τέλος, μ’ ενδιαφέρει επίσης ιδιαίτερα το διάστημα από το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, που αποτελεί σήμερα ένα από τα κύρια αντικείμενα της δουλειάς μου.

Οι υπολογιστές

Τους υπολογιστές τους ανακάλυψα το 1979, και ενώ ήμουν στο τρίτο έτος των σπουδών μου ως χημικός μηχανικός στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης (σήμερα KIT) στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί η επιτυχία μου στις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, και η εισαγωγή μου στη σχολή Αγρονόμων-Τοπογράφων του ΕΜΠ, όμως τελικά προτίμησα να φύγω στο εξωτερικό για να σπουδάσω χημικός μηχανικός. Όχι βέβαια πως είχα ιδέα τι ακριβώς ήθελα να σπουδάσω… Όμως από τη μία το ότι οι χημικοί μηχανικοί ήταν επίλεκτη σχολή στην Ελλάδα, έχοντας  την υψηλότερη βάση εισαγωγής, και από την άλλη το γεγονός ότι η κατάσταση αλλά και το επίπεδο σπουδών στα γερμανικά πανεπιστήμια δεν συγκρινόταν με αυτά στην Ελλάδα, με ώθησαν σ’ αυτή μου την απόφαση. Είχα άλλωστε το πλεονέκτημα της γνώσης της γλώσσας, ως απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής Αθηνών.

Εκείνα τα χρόνια δεν κυκλοφορούσαν ακόμη ευρέως οι μικροϋπολογιστές. Οι υπολογιστές της εποχής - τα λεγόμενα mainframe - έπιαναν ολόκληρα δωμάτια, με τις μυστηριώδεις μαγνητικές τους ταινίες να γυρίζουν συνεχώς μπρος-πίσω και τους εκτυπωτές να ξερνούν ακατάπαυστα διπλωμένα φύλλα χαρτιού. Η δε επικοινωνία μαζί τους και ο προγραμματισμός γινόταν κυρίως με διάτρητες ταινίες και κάρτες, και για τους προνομιούχους μέσω πρωτόγονων τερματικών με μονόχρωμες οθόνες. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ξεκινήσαμε με ένα φίλο να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα σε γλώσσα Fortran που θα έπαιζε σκάκι, υποκλέπτοντας κωδικούς για τη χρήση του υπολογιστή, αφού κανονικά δεν επιτρεπόταν να τον χρησιμοποιούμε για τέτοια πράγματα.

Τα πλάνα μας αποδείχτηκαν βέβαια υπερβολικά αισιόδοξα, αφού το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, όμως στην πορεία απέκτησα κάποια εμπειρία στη χρήση του κομπιούτερ. Σύντομα μάλιστα έγινα αντιληπτός από έναν μεταδιδακτορικό συνεργάτη της Σχολής Εδαφομηχανικής, ο οποίος μου ζήτησε να τον βοηθήσω στο υπολογιστικό κομμάτι της εργασίας του. Δέχτηκα, και έτσι έβγαλα τα πρώτα μου χρήματα από τον προγραμματισμό, συνέχισα δε να συνεργάζομαι με άτομα από τη συγκεκριμένη σχολή για αρκετά χρόνια.

Τα εύκολα χρήματα από τον προγραμματισμό ήταν φυσικό να με γλυκάνουν, κι έτσι οι σπουδές μου άρχισαν να μένουν πίσω. Από το 1981 δε, όταν απέκτησα το πρώτο δικό μου κομπιούτερ - ένα Apple ][+ -, περνούσα όλες μου τις ώρες μαζί του, εξερευνώντας τις δυνατότητές του. Είχα σίγουρα εθιστεί, αλλά ταυτόχρονα απέκτησα μεγάλη εμπειρία, καθώς και φήμη ως ειδήμων στον προγραμματισμό. Έτσι βρήκα τη δεύτερή μου δουλειά, σε ένα τεχνικό γραφείο κοντά στη Φραγκφούρτη που συνεργαζόταν με τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία φτιάχνοντας εξομοιωτές και εφαρμογές real-time για τη VW, την Opel και την BMW. Παράλληλα, συνέχιζα να πειραματίζομαι με τον προσωπικό μου υπολογιστή, γράφοντας προγράμματα σε BasicPascal και γλώσσα μηχανής, αλλά και «σπάζοντας» και στη συνέχεια παίζοντας διάφορα παιχνίδια για υπολογιστή της εποχής εκείνης.

Το 1985 άρχισε η συνεργασία μου με έναν γνωστό μου αρχιτέκτονα μηχανικό-εργολάβο. Μαζί αναπτύξαμε μια εφαρμογή σε Turbo Pascal για μελετητικά γραφεία και δημόσιες υπηρεσίες, η οποία κάλυπτε το πεδίο «Δημιουργία καταλόγου εργασιών - Αξιολόγηση προσφορών διαγωνισμού - Παρακολούθηση έργου» και σύντομα κατάφερε να πάρει ένα αρκετά μεγάλο μερίδιο της αγοράς. Είχα πλέον περάσει σε υπολογιστή IBM PC, που μου έδινε τη δυνατότητα να πειραματιστώ με διάφορα λειτουργικά συστήματα, γλώσσες προγραμματισμού και εφαρμογές, και να γράψω και μερικά δικά μου βοηθητικά προγράμματα (utilities).  Η περίοδος αυτή έφτασε στο τέλος της με τον επαναπατρισμό μου το 1993, και ενώ ενδιάμεσα είχα με κόπο καταφέρει να ολοκληρώσω τις σπουδές μου.

Πίσω στην Ελλάδα, μετά από ένα μικρό διάστημα αποτοξίνωσης, συνεργάστηκα με το Αλουμίνιον της Ελλάδος, αρχικά σαν διαχειριστής δικτύου και στη συνέχεια σαν αναλυτής / προγραμματιστής σε περιβάλλοντα Delphi και Lotus Notes. Εκεί ανέπτυξα μια πληθώρα από εφαρμογές, σημαντικότερη από τις οποίες υπήρξε το σύστημα Διαχείρισης Εγγράφων της εταιρείας, το οποίο, παρά την αποχώρησή μου το 2013, εξακολουθεί να είναι σε λειτουργία. Στο διάστημα αυτό γνώρισα τη μέλλουσα σύζυγό μου, παντρευτήκαμε και αποκτήσαμε δύο γιους.

Το γράψιμο

Μικρός δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να γράψω. Αν εξαιρέσω τις σχολικές εκθέσεις, η πρώτη μου επαφή με το γράψιμο ήταν ως ένας από τους τρεις συντάκτες της εφημερίδας της τάξης μας στο γυμνάσιο, ενός φύλλου με το ανατρεπτικό όνομα «ΤΟ ΧΑΟΣ». Εκεί σατιρίζαμε καταστάσεις και πρόσωπα, κυρίως δε εμάς τους ίδιους. Η εφημερίδα μας, που κυκλοφορούσε σε άτακτα χρονικά διαστήματα, αγοραζόταν και διαβαζόταν όχι μόνο από τους συμμαθητές μας, αλλά από όλους σχεδόν στο σχολείο. Η έκδοσή της δε συνεχίστηκε για ένα διάστημα και στη Γερμανία, όπου πολλοί από εμάς σπουδάζαμε, με θέματα από την εκεί φοιτητική μας ζωή.

Οι σχολικές μου εκθέσεις ήταν καλές, αν και κάπως ιδιόρρυθμες. Οι βαθμολογητές πάντως φαίνεται ότι δεν εκτίμησαν καθόλου την έκθεσή μου στις εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, αφού την βαθμολόγησαν με κάτω απ’ τη βάση. Έτσι, αν και στα άλλα μαθήματα τα πήγα πολύ καλά, δεν κατάφερα να εισαχθώ στη σχολή που προτιμούσα, παρά μόνο στους Τοπογράφους του ΕΜΠ, με αποτέλεσμα να φύγω στο εξωτερικό.

Στη Γερμανία είχα απορροφηθεί τόσο πολύ από τους υπολογιστές, ώστε εκτός από μία-δύο αποτυχημένες προσπάθειες με διηγήματα επιστημονικής φαντασίας, δεν ασχολήθηκα καθόλου με το γράψιμο. Μόνο μετά τον θάνατο του παππού μου Σταμάτη Χατζηγιάννη το 1990 αισθάνθηκα την ανάγκη να ψηφιοποιήσω και να επιμεληθώ τα απομνημονεύματα του από τη συμμετοχή του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Τελειώνοντας, τύπωσα τέσσερα αντίτυπα σε εκτυπωτή και τα μοίρασα στην οικογένεια. Στα πλάνα μου πάντως είναι να τα επεξεργαστώ εκ νέου, ενοποιώντας τις πάνω από τριάντα χειρόγραφες εκδοχές τους, και να τα δημοσιεύσω σε μορφή βιβλίου.

Ένα από τα βιβλία που άφησαν τη σφραγίδα τους πάνω μου ήταν το «The History and Geography of Human Genes» του Luigi Luca Cavalli-Sforza. Εκεί επιχειρείται η ιχνηλάτηση προϊστορικών περιόδων, ή και ιστορικών περιόδων για τις οποίες δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία, μέσω των διαφορών στην κατανομή των γονιδίων σε 1.800 πληθυσμιακές ομάδες ανά τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό ο Cavalli-Sforza αναδημιουργεί μια «ιστορία» των ανθρώπινων μετακινήσεων δια μέσου των αιώνων. Καθώς όμως, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, τα επώνυμα κληρονομούνται με παρόμοιο τρόπο όπως και τα γονίδια, γύρω στο 2004 είχα την ιδέα να χρησιμοποιήσω τα επώνυμα από τους τηλεφωνικούς καταλόγους για να ερευνήσω την καταγωγή των κατοίκων διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Σ’ αυτό θα με βοηθούσε η ετυμολόγηση των επωνύμων και η κατάταξή τους σε καθαρώς ελληνικά, αλβανογενή, σλαβογενή, τουρκογενή κ.λπ. Με τη βοήθεια υπολογιστή ασχολήθηκα με το γιγάντιο αυτό εγχείρημα για ένα διάστημα. Τελικά όμως αποδείχθηκε ότι ξεπερνούσε τις δυνάμεις μου και έτσι αναγκάστηκα να το εγκαταλείψω.

Μετά τα απομνημονεύματα του παππού μου, το ενδιαφέρον μου για τις προσωπικές μικρο-ιστορίες, με ώθησε να καταπιαστώ το 2008-10 και με τις αναμνήσεις του Γιώργη Μηνιώτη από τη δράση του στην Κατοχή. Λόγω διαφόρων απρόβλεπτων γεγονότων, το βιβλίο εκδόθηκε τελικά μόλις το 2018.

Στο σχολείο, η σχέση μου με το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδανική. Οι μόνοι δύο τομείς όπου ήμουν καλός ήταν η ετυμολογία και η μετάφραση αγνώστου κειμένου - το τελευταίο επειδή όλα τα κείμενα, ακόμα και τα γνωστά, ήταν για μένα βέβαια τελείως άγνωστα! Κατά καιρούς το ενδιαφέρον μου για τις λέξεις κορυφωνόταν. Κάποτε μάλιστα, στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Καρλσρούης, φωτοτύπησα ολόκληρο το Ινδογερμανικό Ετυμολογικό Λεξικό (1.200 σελίδες!) του Julius Pokorny, για να μπορώ να το μελετώ στο σπίτι με την ησυχία μου. Η αγάπη μου αυτή για τις λέξεις - την ετυμολογία τους και την ιστορία τους - ήταν ο λόγος που το 2010 αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με τη διάλεκτο της Σμύρνης, κάτι που είχε σαν καρπό το Λεξικό των Σμυρναίικων.

Τελικά φαίνεται πάντως, ότι τη μοίρα του κανείς δεν μπορεί να την αποφύγει. Αν και αρχικά φρόντισα να κρατηθώ μακριά από την τοπογραφία, η ενασχόλησή μου τα τελευταία χρόνια με τη Σμύρνη, εκτός από τη συγγραφή της «Προκυμαίας» και του «Λέων & Εμινέ», με έκανε να καταπιαστώ και με τη σχεδίαση χαρτών - της Σμύρνης φυσικά, τι άλλο; Έτσι γεννήθηκαν ο χάρτης «Σμύρνη-İzmir», αλλά και ο «Περιηγητικός Οδηγός - Σμύρνη 1922», που περιλαμβάνει πληθώρα χαρτών.