ΒιβηΚα

Γεννήθηκα στον κάμπο

Γεννήθηκα στον Κάμπο…
…ένα νωχελικό πρωινό του Ιούλη! Λευκή και αφράτη με αντίκρισε η ζωή με πατούσες που ομοίαζαν, χάριν του πλάτους τους, με κουτάλες κουπιού. Σφαλιστό κράτησε το στόμα της η μάνα μου, μήτε κραυγή μήτε ανάσα της ξεστόμισε στη γέννα. Βούλιαξε μέσα της κάθε πόνο, κάθε κραυγή, κάθε αγωνία, γιατί είχε πλάσει στο μυαλό να γίνει μανούλα άφθαρτη, ανθεκτική σε αγωνίες και πόνους! Αγγελιαφόρος των δικών της υποσχέσεων στάθηκε. Θαρρώ κάποιες φορές οι πνιγμένες της ανάσες με στοιχειώνουν και γίνονται δικοί μου πόνοι!
Γεννήθηκα στον Κάμπο!
Το ολόξανθο χνουδωτό κεφάλι και τα γαλαζοπράσινα μωρουδίστικα μάτια δεν ήταν μονάχα αυτά που τράβηξαν την προσοχή του πατέρα. Το βλέμμα του, σαν ξεδίπλωσε τη φασκιά, με μια δόση αινιγματικής χωρικότητας του μυαλού έπεσε στα στρουμπουλά πόδια! «Μωρέ τούτο το μωρό είναι γέννημα θρέμμα καραγκούνα», ψέλλισε. Μιαν εικόνα γεννήθηκε στο μυαλό του, οι πλατιές πατούσες μου να βουλιάζουν στο νοτισμένο χώμα του Κάμπου και το άγουρο σώμα μου να ισορροπεί. Με ονειρεύτηκε μάνα, δασκάλα, αγρότισσα, εκεί κοντά του!
Γεννήθηκα στον Κάμπο…
… πλημμυρισμένο από ανθρώπους με όνειρα και μια κρυφή πίστη ταγμένη στη δύναμη της καλοσύνης. Μια σύζευξη του ατομικού με το όλο. Μοιάζει με θάλασσα ο Κάμπος, σαν το φως του δειλινού τον αγκαλιάζει. Τόσο γαλήνιος συνήθως, και μόνο όταν τα λυγερόκορμα στάχυα γέρνουν στο βάρος του καρπού λίγο πριν το θέρος, ακούς το άγγιγμα των πονεμένων προγόνων σαν λυτρωμένο ψίθυρο.
Γεννήθηκα στον Κάμπο!
Σαν σε όνειρο με βλέπω συχνά, με ένα ολόλευκο φουστάνι και λυμένα τα ολόξανθα μαλλιά μου να στροβιλίζομαι, να πατώ το χώμα, να οσφραίνομαι τη μυρωδιά του, να ισορροπώ στην ποτισμένη γη και να είναι η αυγή της μέρας! Εκείνο που με στοιχειώνει, όμως, δεν ξέρω αν είναι εκείνη η βουβή κραυγή της μάνας στη γέννα, τα κουτσουρεμένα όνειρα του πατέρα ή ότι απαρνήθηκα τη προσμονή του Κάμπου!

Το γλυκό καρυδάκι της γιαγιάς μου

Μικρή η μάνα μου με ξεφόρτωνε στο χωριό στο σπίτι της χήρας γιαγιάς μου. Η δασκαλίνα με το όνομα! Λεβεντογυναίκα, αρχοντικιά, θαυμάσια μητέρα και ακόμα καλύτερη ψυχομάνα! Ένα άλλο της προτέρημα ήταν η ικανότητά της να φτιάχνει υπέροχα γλυκά του κουταλιού και ιδιαίτερα το γλυκό καρυδάκι.
Η γιαγιά μου νωρίς το απόγιομα κινούσε για το νεκροταφείο να πάει ν' ανάψει τα καντήλια του παππού μου και να αναστενάξει την αγάπη της πάνω στο μνήμα: «Αχ Αποστόλη μου», Θεός σχωρέστον, Σάββατο σήμερα. Μικρό παιδί έμενα μονάχο στο σπίτι με όλους τους φόβους που ζωντάνευε η παιδική μου φαντασία, μα και τους πειρασμούς, με μεγαλύτερο το Γλυκό του Κουταλιού Καρυδάκι!
Το μαντζάτο του σπιτιού λιτό, μα την προσοχή μου τραβούσε η πολύτιμη βιβλιοθήκη του δάσκαλου παππού μου. Στην ηλικία των πέντε και έξι ετών η βιβλιοθήκη δεν μου ήτανε μεγάλης αξίας λόγω των βιβλίων που κοσμούσαν τα ράφια της, αλλά λόγω του εγγλέζικου, σερβίτσιου –απομεινάρι της κατοχής– πίσω από το οποίο η γιαγιά μου έκρυβε τα βάζα με το γλυκό. Σαν έκλεινε πίσω της η πόρτα, φτερά βγάζαν τα πόδια μου, το τερμάτιζαν οι σφυγμοί μου, και το αίμα ρόδιζε το χλομό μου πρόσωπο. Κάθε φορά αναμόχλευα από τα βάθη του βάζου, για να είναι έτσι ζουμερό και ιδιαίτερα σιροπιαστό, ένα και μόνο ένα καρυδάκι, το μικρότερο, έτσι που η γιαγιά μου να μην καταλάβει την έλλειψη του! Όμως δεν άφηνα αμάσητο ούτε το γαρίφαλο που ήταν μπηγμένο στη καρδιά του. Αργότερα έμαθα από το γιο μου –φοιτητή της οδοντιατρικής– τις ευεργετικές ιδιότητες του γαρίφαλου: βοηθάει στον πονόδοντο και φρεσκάρει την αναπνοή. Βέεεεβαια.

Από μικρή αναζητούσα τη Μαγεία των Χριστουγέννων. Με ευκολία αποδεχόμουν τις μικρές χαρές της ζωής, μα ξεψάχνιζα τις μεγάλες.
Παραμονές Χριστουγέννων, κι η μάνα μου με το μαγικό ραβδάκι της καλογουστιάς μεταμόρφωνε τη σάλα μας. Σαν ήμουν παιδί μου άρεσε να χαζεύω το σπίτι μας που καθρεπτίζονταν αλλόκοτο στις κρεμασμένες από τα πολύφωτα χριστουγεννιάτικες μπάλες! Η μάνα μου για δέντρο στόλιζε ένα βαμμένο ασημί ξερόδεντρο, ακινητοποιημένο σε μια πήλινη γλάστρα, και πάνωθέ του κρέμαγε πολύχρονα λαμπιόνια. Τα στολίδια της όμως ήταν ιδιαίτερα. Κάποια από αυτά φερμένα από την Αμέρικα, τοποθετημένα σε ξύλινα κουτιά, στριμωγμένα στα μπαγκάζια της γιαγιάς.
Η σκανταλιά περίσσευε μέσα μου. Σαν σκάρωνε η μάνα και η γιαγιά μελομακάρονα και κουραμπιέδες, πλημμύριζε το σπίτι μυρωδιές και μαζί όλη η γειτονιά, Βούταγα πάντα μια τούφα άψητο ζυμάρι στα μουλωχτά να μπουκωθώ σαν γύρναγε η μάνα μου την πλάτη, κάτω από το συνωμοτικό βλέμμα της γιαγιάς. Θαρρώ πως ήταν από τα πιο ιαματικά μπουκώματα στη ζωή μου!
Παραμονή Χριστουγέννων, και κάλαντα τα κορίτσια της οικογένειάς μας δεν λέγανε. Ήταν προνόμιο των αγοριών ν’ αλωνίζουν ολημερίς. Εμείς αρκούμασταν στο μοιρολόι του Λαζάρου πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Υπήρχαν τόσες δουλειές στο σπίτι να βοηθήσω τη μάνα, πού χρόνος για ξεστρατίσματα. Είχα όμως τη χαρά να απολαμβάνω τον σιμιγδαλένιο χαλβά της γιαγιάς μου. Σαν χήρεψε, ήρθε κι εκείνη να μείνει μαζί μας και δεν το ’χε σε κάλο, Παραμονές Χριστουγέννων να μην υπάρχει στο σπίτι ένα νηστήσιμο γλυκό. Αυτό και έκανε! Τούτο το γλυκό το ’λεγες και ξελόγιασμα του ουρανίσκου!
Στην επαρχία, την Παραμονή ταμπουρωνόμασταν στο σπίτι. Τσιμπάγαμε εκεί δας κάτι ελαφρύ και πέφταμε για ύπνο από νωρίς, διότι την άλλη μέρα αξημέρωτα, μόλις χτυπούσε η πρώτη καμπάνα, έπρεπε να πιάναμε το στασίδι στην εκκλησιά! Σαν γυρνάγαμε στο σπίτι, η μάνα αυγόκοβε την κοτόσουπα, τη ρουφάγαμε απολαυστικά – μα βρε παιδί μου, ζέσταινε τα μέσα μας – και ενώ οι μεγάλοι πήγαιναν να συνεχίσουν τον ύπνο που διέκοψαν, εμείς τα παιδιά ανοίγαμε τα δώρα μας. Δώρα λάμβανα ΒΙΒΛΙΑ για να χάνομαι στον κόσμο τους και να αφήνω στην ησυχία του εκείνον τον έρμο τον αδερφό μου.
Μετά ερχόταν η παμφαγία του μεσημεριού. Κοτόπουλο, τηγανιά χοιρινή, δεντρολιβανισμένες πατάτες, λουκάνικα, πατζαροσαλάτα, τυρόπιτα, … , και, αν μας έστελναν οι θείοι από το χωριό θεσπέσιες ΤΣΙΓΑΡΙΔΕΣ, τότε ποιος τη χάρη μας… Η βραδιά έκλεινε με την πασαρέλα στα σαλόνια μας των πιο καλοντυμένων κυριών και κυρίων που ερχόντουσαν να ευχηθούν για τη γιορτή του αδερφού μου!
Όλα αυτά δεν μάγευαν τα παιδικά μου Χριστούγεννα. Ένιωθα από παιδί πως αυτή η αναμπουμπούλα διέκοπτε την μονότονη καθημερινότητά μου και προσέδιδε μια λάμψη, μια διαφορετικότητα, όμως δεν ήταν μαγεία. Μα σαν πέρναγαν τα χρόνια έβλεπα τα πράγματα αλλιώς, με τη ματιά εκείνου του ανθρώπου που η νιότη του φυλορροεί και τα ασήμαντα μοιάζουν σημαντικά και τα σημαντικά τυράγνια. Κι έτσι ανακάλυψα κάποια στιγμή τι ήταν εκείνο που κόλλαγε τη σκέψη μου και έκανε την καρδιά μου να σκιρτά!
… Ήταν, θαρρώ, εκείνα τα γελαστά και απορημένα πρόσωπα των παιδιών, που ήξεραν να σε ευγνωμονούν για την παρουσία σου, και εκείνο το φευγαλέο χάδι της μάνας μου στα ξυρισμένα κεφάλια. Την μαγεία την συναντούσα, εκεί, την επόμενη των Χριστουγέννων, όταν η μάνα μου, φορτωμένη καλούδια και όχι περισσεύματα, με κρατούσε απ’ το χέρι και με οδηγούσε σε εκείνο το κτίριο με την πνιγερή μυρωδιά που είχε ρουφηγμένα μέσα του τα αφανισμένα παιδιά, τα ξεχασμένα από Θεό και ανθρώπους, κάποια από αυτά στοιβαγμένα πίσω από τζαμαρίες ή κάγκελα, τα παιδιά με τα υγρά μάτια και τις άδολες καρδιές του Ασύλου Ανιάτων…

Χρόνια Πολλά, Χρόνια Καλά, Χρόνια ευτυχισμένα! Να αγκαλιάζετε αυτούς που είναι κοντά σας, να θυμόσαστε αυτούς που σας λείπουν, και να δίνετε ένα κομμάτι της ψυχής σας σε αυτούς που το έχουν ανάγκη!

Μαρή, αυγό θες ή γαμπρό;

Στα μόνα κάλαντα που μας επιτρέπονταν να βγαίνουμε ο γυναικείος πληθυσμός στην Καρδίτσα, ήταν στα κάλαντα του Λαζάρου. Γινόμαστε για μια μέρα Λαζαρίνες! Αποβραδίς με τη μάνα μου στολίζαμε τα υπέροχα ψάθινα καλαθάκια με τα φύλλα του σπαθόφυτου για βάση και από πάνω ράβαμε αγριολούλουδα της εποχής. Η μάνα μου έβαζε το στολισμένο λαζαροκάλαθο έξω από το παράθυρο της κουζίνας όλο το βράδυ μη και μαραθούν τα λουλουδάκια. Την Πέμπτη πριν το Σάββατο του Λαζάρου αξημέρωτα, παίρναμε τους δρόμους με τις φίλες μου! Δεν αφήναμε σπίτι για σπίτι γνωστού.
«Λάζαρε, πες μας τι είδες,
εις τον Άδη που επήγες;

Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι,
να ξεπλύνω το φαρμάκι».


Τελειώνοντας το τραγούδι, συνεχίζαμε με ευχές και επαίνους για το σπιτικό του νοικοκύρη και παίρναμε ως φιλοδώρημα αυγά που τα τοποθετούσαμε με προσοχή στο στολισμένο καλαθάκι … Κάποιοι μας έδιναν και χρήματα. Τα αυγά αυτά η μαμά μου τα έβαφε τη Μεγάλη Πέμπτη κόκκινα!
Δεν κρύβω ότι στην ηλικία των 11 ετών ήμουν ιδιαίτερα αναπτυγμένη, οπότε οι νοικοκυραίοι προκειμένου να αποφύγουν το κέρασμα μου λέγανε: «Μαρή, αυγό θες ή γαμπρό;» !

Πιο λαμπερό και όμορφο το πατρικό μου δεν μπορώ να το θυμηθώ άλλο από τη γιορτή του πατέρα μου, την ημέρα του Άι Κωσταντή, που έλεγε και η αδερφή του.
Μέρες πριν, πανζουρλισμός στο σπίτι, με σπασμωδικές κινήσεις, αγορές υλικών προς βρώσιν και πόσιν, υφασμάτων προς ράψιμο, μαγειρεμάτων και σχολαστικής καθαριότητα. Συμμετείχα κι εγώ στο πανηγύρι, όχι όμως εκούσια. Ένιωθα πως οι γιορτές κρύβουν μία κρυφή τάξη μέσα στο φαινομενικό χάος, και για εμένα σαν άνθρωπο του χάους ήταν δυσάρεστες. Από εκείνα τα χρόνια μού φορτώθηκε ένας κόμπος στο στήθος κάθε φορά που κάνω γιορτή στο σπιτικό μου, λες και αγωνίζομαι να κερδίσω την χαμένη μου ευταξία.
Όσες γιορτές κι αν πέρασαν του πατέρα, μία είναι κολλημένη στο νου μου, εκείνη του Μάη του ’78. Φόραγα ένα γαλάζιο αέρινο φουστάνι και στη βάση της ξανθιάς μου αλογοουράς, η μάνα μου φρόντισε να καρφώσει ανθούς γιασεμιού. «Σωστή νεράιδα είναι το κοριτσάκι μου σήμερα», είπε ο μπαμπάς μου και μου ’ριξε ένα χάδι με την ανάστροφη του δεξιού χεριού του στο δεξιό μου μάγουλο.
Μα πιο πολύ θυμάμαι τη μάνα μου. Στα 41 της χρόνια μια κούκλα! Στριμωγμένη στο μαύρο κομψό φουστάνι της, με τη μπουτονιέρα τριαντάφυλλο πάνω από το αριστερό της στήθος, να στέκεται αγέρωχη και κομψή, χαμογελαστή και τσαχπίνα πάνω στα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, έτοιμη για υποδοχή.
Κόσμος μπαινόβγαινε στο σπιτικό μας, μα σαν τελειώσαν οι ολιγόωρες επισκέψεις, στο τέλος μείναν οι αρμένικες. Τα κουτσούβελα βολευτήκαμε στο μεγάλο πρόχειρο καθιστικό του σπιτιού και οι μεγάλοι στην τραπεζαρία. Μα το μυαλό μου δεν ήταν στο παιχνίδι της παρέας, αλλά στη σάλα του σπιτιού. Ξέκλεψα μια στιγμή και σαν αερικό χάθηκα και βρέθηκα να στρογγυλοκάθομαι στον βελούδινο καναπέ του σαλονιού. Αγνάντι του καναπέ, η μπαλκονόπορτα μου χάριζε το ευχάριστο χάδι της ανοιξιάτικης αύρας και χάζευα το θρόισμα της αραχνοΰφαντης κουρτίνας και γευόμουν μια χούφτα από τα σοκολατάκια με τη καρδιά φουντουκιού με το πράσινο περιτύλιγμα που φιγουράριζαν στη φοντανιέρα. Κρυφά κοπάνισα και κάμποσα ποτηράκια από το λικέρ τσέρι… Τι πειράζει, γεμάτη ήταν η βυσσινιά μας! Σε λίγο θα βοηθούσα στο ξεκουκούτσιασμα για το γλυκό και το καινούριο λικέρ. Ε, δεν μου άξιζε κάθε σταγόνα;
Εκεί αποκοιμήθηκα, στον καναπέ, ελαφροζαλισμένη από το λικέρ και ηδονισμένη από τη σοκολάτα φουντούκι, με το γαλάζιο φουστάνι και με υπόκρουση στο βάθος του σαλονιού την αγγελική φωνή της μάνας μου να τραγουδά. Κάποια στιγμή σώσανε να φύγουν οι μουσαφίρηδες, και ο πατέρας με σήκωσε τρυφερά στη μεγάλη αγκάλη του. Πάντα μου άρεσε να βρίσκομαι εκεί χωμένη! Δυνατός άντρας ο πατέρας! Ψηλός σαν κυπαρίσσι, με το γεροδεμένο και μυώδες σώμα του αγρότη και τη σικάτη φινέτσα του έμπορα!
Σαν έρχεται τούτη η μέρα, τρία πράγματα σμίγουν στο μυαλό μου και είναι ακόμη εκεί μέσα άφθαρτα: η φοντανιέρα γεμάτη με σοκολατάκια που για καρδιά τους είχαν φουντούκι, το κρυστάλλινο μπουκάλι με το λικέρ τσέρι και τα βάζα με τα ευωδιαστά κατακόκκινα τριαντάφυλλα της μάνας μου από την αυλή μας. Α, κι εκείνο το γαλάζιο φουστάνι… και το χάδι με την ανάστροφη του χεριού… και η τσιμπιά του πατέρα μου στο μπράτσο της μάνας, σαν έφερε μια σβουριά γύρω από τον εαυτό της, να του δείξει το καινούριο φουστάνι… και ο εσωτερικός αγώνα του πατέρα μου κατά την ενσυνείδητη διείσδυση του ματιού στη σχισμή του φουστανιού της!

Τα κορόμηλα του γείτονα

Σαν να ’ταν χτες που πηδάγαμε τους συρμάτινους φράχτες του γείτονα, τότε που τα κορόμηλά του βρίσκονταν στο απόγειο της εντυπωσιακής ωρίμανσής τους .
Χούφτες και τσέπες ξέχειλες γλυκόξινα και τραγανά πράσινα κορόμηλα, και η καρδιά μας στριμωγμένη στα σπλάχνα σε ένα ανελέητο χτύπο, εκείνον του τρόμου της σύλληψης, της αντοχής του φευγιού και της αναμονής της απόλαυσης.
Οι δρασκελιές μας, τυφλές και μεγάλες, αγωνίζονταν να τερματίσουν τη λαχτάρα μας στην ασβεστωμένη πέτρα που δέσποζε στους πρόποδες της πλατύφυλλης συκαμινιάς, εκείνης που μας πρόσφερε απλόκλαδα τον ίσκιο της… κι εκεί οργανώναμε κι αναπαύαμε τα σφιχτά, τότε, κορμιά μας στο τέλος κάθε φιλόδοξης σκανταλιάς.
…και μήπως δεν είναι που οι παιδικές μου αναμνήσεις είναι ακατάλυτα δεμένες με λαχταριστές λιχουδιές!

Η παραμυθού

Όλοι τους ήταν συνεργοί στο έγκλημα, ώστε να ξυπνήσω τις μυστικές απόκρυφες δυνάμεις μου και να γίνω η μεγαλύτερη παραμυθού της γειτονιάς. Έβρισκα τα πιο ευφάνταστα ψέματα να δικαιολογήσω τις σκανταλιές μου και κάμωνα ανισόρροπες τις αλήθειες μου…
Από μικρή, η μάνα με τάιζε βιβλία! Μαζί με τα βιβλία ρουφούσα και ό,τι χάρτινο έπεφτε μπροστά μου: τη Διάπλαση των Παίδων, τη Ζωή του Παιδιού, τα Κλασικά Εικονογραφημένα, την εγκυκλοπαίδεια Μεταξά, αγόραζα κι εγώ με το χαρτζιλίκι μου καμιά Μανίνα, Κατερίνα… Σε όλο αυτό συνένοχοι ήταν η θεία Έλλη και ο θείος Σωκράτης που ήταν δασκάλοι και, όταν ανταμώναμε, η θεία Πολυτίμη η φιλόλογος.
Και ήρθε στο Γυμνάσιο η κυρία Κέντσα, η φιλόλογος, που με αγάπησε και με φόρτωνε κι εκείνη συγγραφείς και ποιητές! Ήρθε και στο Λύκειο ο κύριος Κουτής, που τον λάτρεψα και μου πήρε την ψυχή με την ευλογημένη σεμνότητα και την αέναη ευαισθησία του. Είχα σπουδαίους υποκινητές στο έγκλημα!

… το ξέρω, βέβαια, το τίμημα των παραμυθάδων είναι κάποτε να τους καταπιούν οι ιστορίες τους!

Το κουτί των αναμνήσεων

Αυτές τις μέρες άνοιξα το μυστικό κουτί των αναμνήσεών μου και είπα να το σκαλίσω. Πάντα σαν έχω άγχος το κάνω, λες και οι αναμνήσεις σαν βάλσαμο απαλύνουν τη ψυχή μου και μετά συθέμελα την ανταριάζουν. Εκεί μέσα βρήκα ένα σημείωμα ενός παιδικού μου φίλου.
Βρεθήκαμε πριν τριάντα χρόνια περίπου στα ΚΤΕΛ. Εκείνος ταξίδευε για Θεσσαλονίκη κι εγώ για Αθήνα. Κάποια στιγμή με πλησίασε δισταχτικά και αφού είπαμε δυο κουβέντες μου έδωσε ένα σημείωμα, που έγραφε: «Τον αριθμό του τηλεφώνου σου μπορεί κάποτε να τον ξεχάσω, μπορεί και τα λυπημένα μάτια σου. Το τρανταχτό σου γέλιο δεν θα με αφήσουν οι ήχοι της ζωής να το ξεχάσω, ακόμη και όταν δεν θα θυμάμαι τίποτα πια.»
Ο Δ. ήταν Γ’ Λυκείου όταν, πιάνοντάς μου το χέρι ενώ κάναμε την βραδινή φθινοπωρινή βόλτα μας στο Παυσίλυπο, μου εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Μου είπε πως με τη φιλία μας οι ψυχές μας δέσαν, και ζήταγε την ανταπόκρισή μου στον έρωτά του για να γίνει ένα το μυαλό μας και το σώμα μας. Εγώ, όμως, αρνήθηκα, γιατί γνώριζα πως οι στόχοι του ήταν μεγάλοι και δεν θα ήθελα να είμαι η αιτία της απόσπασης της προσοχής του. Του είπα όμως ότι θα είμαι εκεί και θα τον σκέφτομαι. Κάθε βράδυ στις δέκα στεκόμουν πάνω από το τηλέφωνο για ν’ ακούσω τις γλυκές καληνύχτες του Δ., κι εκείνος από εμένα: «Να είσαι δυνατός, και με τη σκέψη μου θα γίνεις superman.»
Την άλλη χρονιά έδινα εξετάσεις εγώ. Εκείνος ερχόταν φοιτητής στην πόλη μας και τώρα ήταν η σειρά του να βοηθήσει. Δεν μου τηλεφωνούσε καθημερινά, δεν είχε τηλέφωνο στο φοιτητικό του σπίτι, και τα τηλεφωνήματα τότε κόστιζαν. Ηχογραφούσε σε κασέτες τη βροχή, τον θόρυβο των αυτοκινήτων, τη θάλασσα, καμιά φορά και τον Βαρδάρη, και μαζί με μουσική υπόκρουση μου διάβαζε στίχους, και μετά μου τις έστελνε!
Έπειτα χαθήκαμε. Οι σπουδές σε διαφορετικές πόλεις; Ποιος ξέρει! … Μπορεί να ήταν και αυτή η μαγεία της επιθυμίας που δεν θέλεις να κάνεις πραγματικότητα για να μην χαθεί.

«Έτσι πεθαίνουμε, ο ένας για τον άλλο.
Πρώτα πεθαίνει ο αριθμός τηλεφώνου.
Μετά η ανάμνηση μιας ευωδιάς.
Μετά το σώμα στο οποίο ανήκουν ο αριθμός τηλεφώνου και η ευωδιά.
Μετά όλα.»
Sándor Márai – Ο αριθμός τηλεφώνου

Νεφελοβασίες

Δεν ήθελα να κοιτάζομαι στους καθρέφτες
Ήθελα να μπαίνω σε τρένα, αεροπλάνα, βαπόρια και να ζω με τις προσδοκίες ενός ταξιδιώτη

Δεν ήθελα ν’ αποφεύγω τα απλωμένα χέρια των αγκαλιών
Ήθελα να ζω στις αγκαλιές απλών ανθρώπων και να μαντεύω τις ζωές τους σε εκείνα τα ξεφτισμένα καφενεία

Δεν ήθελα ν’ απελπίζομαι με την πρώτη στραβοτιμονιά
Ήθελα να βλέπω μενεξεδένια δειλινά σε αυτοσχέδιες σκηνές, παρέα με σιωπηλούς φίλους

Δεν ήθελα να παρακολουθώ πολύβουες συναυλίες
Ήθελα να τραγουδάω σε παιδιά πληγωμένα από τις πράξεις των μεγάλων

Δεν ήθελα να κοιτάζω φίλους κατάματα
Ήθελα να φτιάχνω ιστορίες αγάπης για εκείνους

Δεν ήθελα να εξερευνώ τα φθαρμένα δάπεδα
Ήθελα να κοιτάζω τους ουρανούς νεφελοβατώντας

Δεν ήθελα να ζω με αγωνίες και πόνους
Ήθελα να γελώ με εκείνο το ξεκαρδιστικό μωρουδίστικο γέλιο

Δεν ήθελα να φοβάμαι την ελπίδα
Είμαι πλασμένη, βλέπεις, από γήινα υλικά βουτηγμένα στο αλμυρό νερό της θάλασσας
Και καμωμένη
να κουβαλώ εκείνο το βαρύ σακίδιο των προσμονών,
να συμπορεύομαι με τους αγνούς ανθρώπους
να κοιμάμαι εδώ και την άλλη ώρα να ξυπνώ στην άλλη άκρη της γης,
με ένα σακίδιο πιο ανάλαφρο,
εκεί που τα όνειρα της νύχτας συναντούν τη λιοπερίχυτη μέρα
Τη στερνή φορά που επισκέφτηκα το πατρικό μου είδα, με μια δόση νοσταλγίας, στρωμένο στο τραπέζι της κουζίνας ένα σεμεδάκι με τέσσερις κόκκινες ζουμερές φέτες καρπουζιού!
«Αχ μωρέ μάνα, της λέω, τούτο να το στρώνεις τα καλοκαίρια που τρώμε τα καρπούζια, τώρα βάλε ένα πιο χειμωνιάτικο να ταιριάζει με την εποχή!»
Στοιβαγμένα στα συρτάρια μου αριστουργήματα, φτιαγμένα από χέρια και μάτια κάποτε νεανικά, άλλα φερμένα απ’ τις χαμένες πατρίδες της Μικρασίας κι άλλα από την πατρίδα των νεανικών μου χρόνων!
Ποτέ δεν έκρυψα την αγορίστικη νοοτροπία μου, γι’ αυτό αγαπώ και τόσο την αγορίστικη φύση των ανθρώπων! «Τούτο το κορίτσι μάς βγήκε αγοροκόριτσο», έλεγε και ξεφυσούσε η μάνα μου. Απελπισμένη, μ’ έβαζε να κεντώ και να διαβάζω πολύ από μικρή, μπας και κατάφερνα να κάτσω στ’ αυγά μου και να καταφέρουν, έτσι, να κλείσουν κάποια στιγμή οι πληγές των γονάτων μου από τα γκρεμοτσακίσματά μου με το ποδήλατο, τις τούμπες στις αποκρούσεις της μπάλας, τα πηδήματα των μαντρών και του σερνάμενου σώματος στο κρυφτό. Φυσική συνέπεια ήταν να γίνω αγοροκόριτσο, μόνο αγόρια διέθετε η γειτονιά. Καμιά φορά όμως τ’ αγόρια έβρισκαν τους αναπληρωματικούς τους και δεν με έπαιζαν. Και τότε ήταν που έτρεχα παραπονεμένη στη μάνα μου για να τους καρφώσω. Τότε εκείνη με παρηγορούσε γιατί μέσα της πολύ το εκτιμούσε, στα κρυφά, το αγοροκοριτσίστικό μου γιατί ήξερε πως εκεί έβρισκα τη ξεγνοιασιά μου. Κάποιες φορές μπροστά σε τέτοιες κουβέντες ήταν και η συννυφάδα της. Έβρισκε την ευκαιρία να με παίρνει απ’ το χέρι, να με βάζει στα πίσω σκαλιά του πατρικού μου, να μου δίνει κι ένα κεντίδι και να μου λέει: «Και πολύ καλά σου κάνανε, δεν είναι δουλειά σου να παίζεις με τα αγόρια!».
Το έκανα, την άκουγα! Ήταν κι εκείνη η καλλιτεχνική μου φύση που είχα να ταΐσω! Δεν ξέρω γιατί ο πατέρας μου δεν αγόραζε και σε εμένα πινέλα και μουσαμάδες, όπως στον παππού μου, η μάνα μου πάντως τις κλωστές και τις ραπτομηχανές τις είχε απίκο.
Κάποιες φορές μου εξηγούσε πως κάθε φορά που την έπιανε απελπισία, κάθε φορά που σκέψεις σκότιζαν το μυαλό της, κάθε φορά που ήθελε να σκεφτεί τα παιδικά της χρόνια, κάθε φορά που ήθελε να ξαναξεκινήσει την ψυχή της και να την κάνει χαρούμενη, κένταγε! Και ξεπετάγονταν στα υφάσματά της ανεμώνες, τουλίπες, ελάφια, φράουλες, κυκλάμινα, πασχαλινά λαγουδάκια και παχουλοί Αγιοβασίληδες, και κάτι αριστουργήματα ανατολίτικων τεχνικών, και δώσ’ του η ραπτομηχανή για τα κοπτά!
Άλλες φορές πάλι που μαλώναμε και της έβγαζα μια γλώσσα μεγαλύτερη απ’ το μπόι μου, εκείνη με κοίταζε σαστισμένη και έλεγε: «Κοριτσάκι μου, να μετράς τα λόγια σου σαν τις βελονιές των μετρητών κεντητών μου… κάθε επόμενη βελονιά και μέτρημα! Μόνο τότε το κέντημά σου δεν θα βγει κακότεχνο, αδιάφορο και μπερδεμένο! Κάθε κουβέντα σου, τότε μόνο θα έχει αξία!»
Έμαθα κι εγώ μαζί της να δημιουργώ αριστουργήματα… Έμαθα να κάθομαι σε κάποια γωνιά του σπιτιού και να κεντώ! Να κεντώ και να διαβάζω, να διαβάζω και να κεντώ! Ένοιωθα πως, σαν άλλη αράχνη, ύφαινα τον ιστό μου με κάθε σκέψη μου, λυπημένη, παράξενη, μυστική, ελεύθερη…
… στα συρτάρια μου δεν έχω κλείσει ούτε μια δημιουργία μου … εκείνη μου χάρισε τις δικές της, τους δικούς της «στεναγμούς» και κράτησε τους δικούς μου να τους στρώνει στα τραπεζάκια της ν’ αναπνέουν και να χάνονται…
«Αχ μωρέ μάνα», της λέω, «τούτο να το στρώνεις τα καλοκαίρια που τρώμε τα καρπούζια, τώρα βάλε ένα πιο χειμωνιάτικο να ταιριάζει με την εποχή!»
«Τα καρπούζια θέλω», μου είπε μια στιγμή! «Κοριτσάκι μου, δεν θυμόμουν αν τα είχα κεντήσει εγώ, αλλά μια μέρα τα κεντημένα αρχικά σου πάνω του, πρόδωσαν τον καλλιτέχνη! Τα καρπούζια σου θέλω! Αυτά μου θυμίζουν τη προσπάθεια του μικρού μου αγοροκόριτσου να υφάνει τη γυναικεία του φύση, εκείνη του να ζει ελεύθερο το μυαλό αλλά να υπομένει και να επιμένει η ψυχή!»

Πώς γλίτωσαν τα ράφια

Σήμερα γιορτάζουν οι Γιώργηδες, κι έχω έναν στο σπιτικό μου!

Τα παλιά εκείνα χρόνια, οι γονείς μου είχαν σκάσει από το κακό τους που δεν έλεγα να βάλω στο σπίτι έναν αρραβωνιάρη. «Βρε σαν τα κρύα τα νερά παλικάρια μάς τη ζητάνε και άλλα τόσα μας μπάζει κάθε φορά στο σπίτι, σοβαρούς, γελαστούς, ευγενικούς, τζέντλεμαν κι αυτή δράμι μυαλό. Φέρνει και κάτι μαλλιάδες που και που, αλλά καλοί θα είναι και αυτοί άμα κουρευτούν και ξυριστούν».
Από την άλλη, η γιαγιά η Βαγγελή με ορμήνευσε, πως ο άντρας εκτός του ότι δεν έπρεπε να πίνει, να χαλάει τα λεφτά του στα χαρτοπαίγνια, να δέρνει, έπρεπε να μην είναι και μουρτζούφλης. «Κοριτσάκι μου, με τον κύρη που θα κάνεις σπιτικό, να σε κάνει να γελάς από τα χωρατά του και την αγάπη του. Να μην μιλάει συνέχεια για αρρώστιες και καταστροφές, παρά για χαρές και προκοπές».
Εγώ πάλι δεν έψαχνα superman, ιππότες όμορφους με ξανθιές χαίτες και μυώδη κορμιά! Έναν γυαλάκια έψαχνα, διαβαστερό, έξυπνο , ήσυχο, να του αρέσουν τα ταξίδια και κυρίως να με κάνει να γελώ. Τι να κάνουμε, γούστα είναι αυτά! Μα σαν τον βρήκα, τον άρπαξα, τον τύλιξα, που λένε.
Ο μπαμπάς μου τον λάτρεψε τον γαμπρό από την πρώτη στιγμή: «Έχει μια ήρεμη δύναμη ο καλός σου!» μου έλεγε.
Η μάνα μου, πάλι, δεν ήταν πολύ θερμή εξαρχής, είχε βάλει άλλονε στο μάτι, αλλά έγινε οπαδός του αργότερα: «Ευτυχώς που βρέθηκε και αυτός ο καλός άνθρωπος και σε μάζεψε. Με τα μυαλά που κουβαλάς, ακόμα τα ράφια μου θα στόλιζες!»
Την ηρεμία του, το φλεγματικό χιούμορ και την καλλιτεχνική του φλέβα την κληρονόμησε ο μεγάλος μου γιός. Ο μικρός πάλι, ο επαναστάτης χωρίς αιτία, έχει πάρει από τον πατέρα του τη φιλομάθεια και το ανήσυχο πνεύμα. Και οι τρεις τους αγαπούν τη φύση και τα ταξίδια.
Εγώ πάντως, άκουσα τη γιαγιά και πήρα έναν σαν αυτούς που μου ορμήνεψε να πάρω. Έβαλα και τα δικά μου θέλω και το γλυκό έδεσε!
Να τον χαίρομαι λοιπόν εγώ και όσοι τον αγαπάμε! Να είναι γερός και να τον καμαρώνουμε!

Τα φιλιά μου
Γιώργαινα

Της Αγίας Παρασκευής

Της Αγίας Παρασκευής σήμερα και γιορτάζω πάλι! Ο Ιούλης είναι ο μήνας μου!

Έχετε σκεφτεί πώς σας φώναζαν/φωνάζουν οι αγαπημένοι ή γνωστοί σας; Εγώ πάντως, λόγω κρίσης μέσης ηλικίας, όλο κάτι τέτοια πάω και σκέφτομαι. Γεννήθηκα 7 Ιουλίου, της Αγίας Κυριακής, αλλά το βαπτιστικό μου όνομα είναι Παρασκευή (βρε μανία με τις ημέρες). Ήθελε, λέει, ο παππούς μου να πούνε το όνομα της αδερφής του!

Το ψυχολογικό μου πρόβλημα
Στην 1η δημοτικού είχα μία δασκάλα που μου έλεγε, «Να μας πει μάθημα η Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή» … αλλά δεν το έχω ξεπεράσει και ένα προβληματάκι το έχω από τότε με το ονοματάκι μου!

Παρατσούκλια – Κοροϊδευτικά
  • Ξανθόψειρα (δάσκαλοι και κάποιοι καθηγητές όταν παραγνωριζόμασταν – «Έλα εδώ εσύ ξανθόψειρα» … για καλό, πάντως, δεν ήταν)
  • Τσουχτρίτσα (ο μπαμπάκας μου – δικαιολογημένα: «Το στοματάκι σου μεγαλύτερο από τον ποπό σου», μου ’λεγε … εύχομαι να μην ισχύει και τώρα…)
  • Ξανθέ μου άγγελε (τότε που ευδοκιμούσαν τα καμάκια)
  • Friday - μάνα-μητέρα-μαμά (οι υιοί μου οι αγαπητοί)
  • Vrijdag – φράϊνταχ – (κοροϊδευτικά φίλος Ολλανδός)
  • VV: έτσι με λέει ο Θανούλης στο FB … να πω την αλήθεια δεν έχω προσέξει την προφορά του ονόματός μου όταν με φωνάζει! (Μεγάλωσα, Θανούλη, και δίνω σημασία μόνο στα παλιά!)
Χαϊδευτικά και Υποκοριστικά
  • Βιβή (γενικά ακούω σε αυτό … ως υποκοριστικό μού το υιοθέτησε ο μπαμπάς μου … οι κακές γλώσσες λένε ότι ήταν το όνομα μιας φιλενάδας του μπαμπά μου, πριν παντρευτεί την μαμά μου, βέβαια)
  • Βιβάκι (ο αδερφούλης μου, τα ξαδελφάκια μου, φίλες/φίλοι)
  • Βιβήκα (ο κολλητός μου φίλος Νίκος από τα φοιτητικά μας χρόνια, επειδή είχα δύσκολο επίθετο… όταν με σύστηνε σε κάποιον γνωστό του, έλεγε, «Από εδώ η Βιβή Κα». Έτσι μου ήρθε η ιδέα να το χρησιμοποιώ στο FB για να μη με βρίσκουν οι ανεπιθύμητοι … είναι το όνομά μου και τα δύο πρώτα γράμματα του επιθέτου μου)
  • Βίβιαν (οι παιδικές φίλες τότε που αναπτύσσαμε την ξενομανία)
  • Bιβίτσα (η μαμά μου)
  • Βιβούλα (οι θείες μου, δικαιολογημένα γιατί ήμουνα η μικρότερη ανιψιά και από τα δύο σόγια)
  • Κοτούλα μου (η γιαγιάκα μου η Βαγγελή)
  • Μωρουλίνι (ο σύζυγος – να ’ναι καλά ο άνθρωπος, ακόμα έτσι με φωνάζει!)
  • Μωρό ή μωό (ο σύζυγος – όταν δεν βρίσκει τα πράγματά του)
  • Παρασκευή (μόνο σε επίσημες εκφωνήσεις από καταλόγους ή δημόσια έγγραφα)
  • Παρασκευούλα (η μαμά και η θεία Έλλη – καθότι θρήσκες)
  • Τσιβή - Τσιβούλα (διάφοροι Καρδιτσιώτες! «Τίνος είσαι εσύ;» «Η Βιβή, η κόρη του Κώστα!» «Από το Παρασκευούλα;» «Ναι!» «Α, δηλαδή Τσιβούλα».)
  • Βιβή μου (μου αρέσει πολύ το κτητικό «μου»! Συνήθως έτσι με προσφωνούν όσοι θέλουν να μου ζητήσουν καμιά χάρη, έχουν να με δουν πολύ καιρό, που και που ο φίλος μου Αντρέας που είναι ευγενέστατος και τζέντλεμαν)
Και τώρα τελευταία έχω και το
  • Βιβήκα μου: αυτό πια είναι, θεωρώ, η απογείωση του ονόματός μου και το ΛΑΤΡΕΥΩ, και τώρα τελευταία παίζει πολύ… Νομίζω πολλοί με αγαπήσατε τώρα που μεγάλωσα!
  • (Σημερινά: Βιβήκα Μου ο συμφοιτητής Ιωάννης , Εύη ο Λουκάς…  πείτε εσείς, σημειώνω εγώ!)

Το παράξενο δέντρο

Όντας κυκλοθυμική, στόλισα το δέντρο στενάχωρα… προειδοποίηση είναι γι’ αυτό που ακολουθεί.

Πάλι μου ήρθε φέτος (2022) να ειρωνευτώ και να σας πω «Στολιστήκατε;»
Μα τούτη η χρονιά μού είναι κάπως παράξενη…
Νωρίς στόλισα φέτος, σαν να ’θελα να σπρώξω τις γιορτές να φτάσουν πιο σύντομα! Στόλισα και το δέντρο μας μονάχη, χωρίς παιδικά χεράκια, ή αντρίκια πια χέρια να στριμώχνουν στολίδια όπου λάχει, χωρίς παιδικές φωνούλες ή εφηβικά πειράγματα να ξεσηκώνουν τους νευρώνες μου!

Κάπως παράξενα μου φανήκαν τούτα τα στολίδια…
Σκόρπια κουτιά που αναδύουν αναμνήσεις. Κουδουνίστρες, χριστουγεννιάτικες κατασκευές των παιδιών στο νηπιαγωγείο, μια μεγάλη συλλογή στολιδιών που κανένα δεν μοιάζει με τ’ άλλο. Έφερα στη μύτη μου μια κουδουνίστρα, μπας και οσμιστώ τη μωρουδίστικη μυρωδιά. 23 χρόνων και τούτη πια, το πρώτο στολίδι του δέντρου μας. Θώπευσα τις χριστουγεννιάτικες κατασκευές των μικρών αγοριών μου στον παιδικό και θυμήθηκα τα τεντωμένα χεράκια τους να τις προσφέρουν για να στολίσουμε το δέντρο μας. Σεργιάνισα με τη σκέψη μου στα μαγαζιά της Αθήνας, όπου η παιδική μάτια ήταν εκείνη που έκανε τις επιλογές των στολιδιών. Ό,τι διάλεγα εγώ, σήμερα μου μοιάζει παράταιρο.

Κάπως παράξενη και η βάση του δέντρου μας…
…κατειλημμένη από τον μεσήλικα γατούλη μου. Βάρυνε και τούτο το πλασματάκι πια και δεν αναρριχάται. Μόνο κάποια τσακισμένα κλωνάρια θυμίζουν πως πριν λίγα χρόνια ήταν αερικό!

Δεν ήταν καθόλου άκοπο τούτο το στόλισμα, ήταν ιδιότροπο, στενάχωρο και μοναχικό!
Κάπως χορτάτο τούτο το Παράξενο Δέντρο, πληγή και ίαση μαζί!

Η αγριοτριανταφυλλιά της γιαγιάς

Φύτεψα μια τριανταφυλλιά, να κάθομαι στο παραθύρι της κουζίνας μου και να χαζεύω την εμορφάδα της, και ταξιδιάρα ψυχή να γίνομαι στους τριανταφυλλένιους κήπους της μάνας μου!
Το πατρικό μας στη Καρδίτσα το θυμάμαι πνιγμένο στις τριανταφυλλιές και στα αρώματα. Ξέχωρο στολίδι, σαν επισκεπτόσουν την αυλή του σπιτικού μας, ήταν η αγριοτριανταφυλλιά της γιαγιάς Ασπασίας! Ζηλευτή στη γειτονιά καθώς γεννοβόλαγε ανθούς σχεδόν ολάκερο το χρόνο. Σαν ήθελες να περάσεις την εξώπορτα της αυλής μας, πέρναγες από κάτω της και στεκόσουν μια στάλα να κλέψεις τη δροσιά της και να κόψεις και ένα κοκκινοκίτρινο ροδοπέταλο, να ρουφήξεις τη μοσχοβολιά του. Έγινε και το καμάρι της μάνας μου. Τη φρόντιζε και την αγαπούσε πιότερο από τις δικές της.
Η τριανταφυλλένια αυλόπορτα ένωνε το σπιτικό μας με τη συρμάτινη περίφραξη της αλάνας που παίζαμε παιδιά! Σαν γιόμισε τσιμέντο η αλάνα και όλοι γενήκαν Κύριοι στα διαμερίσματά τους, είπε κι η μάνα μου ν’ αφήσει το πατρικό μας. «Κουράστηκα», έλεγε, «με τους κήπους και το τεράστιο σπίτι». Μαζεύτηκε κι εκείνη στο διαμέρισμα, μα ξέχασε την τριανταφυλλιά της και την άφησε και μαράζωσε. Χρόνια μετά μετάνιωσε που απαρνήθηκε τις αυλές της και τις χαίρονταν οι νοικάρηδες. Τώρα όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, μα μου ’δωσε την ευχή της να πιάσουν οι τριανταφυλλιές που έχω στο σπιτικό μου… και, το ξέρω, η ευχή της μάνας ποτέ δεν πάει στράφι.

Πάρε - δώσε αγάπης

Το 2023 είχε ένα μεγάλο πάρε - δώσε αγάπης στη δική μου ζωή!

Αγάπησα πιο πολύ
εμένα,
τους ανθρώπους μου,
τη μαμά μου,
εκείνους που ζήτησαν τη βοήθειά μου,
τα ζώα,
παλιούς και νέους φίλους που μπήκαν με φούρια στη ζωή μου,
τον περιβάλλοντα χώρο μου!

Κάποτε άνοιξα τα χέρια διάπλατα και ζήτησα την αγάπη,
ίσως κάποτε και να ικέτεψα για εκείνη,
άλλες πάλι φορές με πρόφταινε εκείνη λαχανιασμένη στο τελευταίο σκαλοπάτι της αυλής μου,
και κάποτε ορμούσε αβίαστα και σαρωτικά μέσα μου χωρίς τίτλους!

(«Το ότι αγαπήθηκα πολύ, είναι κάτι.
Επίσης, το ότι αγάπησα τόσο.
Έδωσα και πήρα – it’s a fair game.
Δεν αγαπήθηκα χωρίς λόγο.
Έδωσα ό,τι καλύτερο μπορούσα». Ε.Λ.)

Η νέα χρονιά θέλω να μείνει ίδια, όσο αφορά τις προσωπικές μου προσδοκίες, αγαπησιάρικη και τόσο δοτική μαζί μου, όσο και τούτη που θα μου αφήσει το χέρι
Θέλω όμως να είναι λιγότερο σκληρή με τους αθώους!

Για όλους σας θα ευχηθώ να πάθετε αυτό που θέλετε,
αλλά να κυνηγήσετε και αυτό που αξίζει,
που θα σας σηκώσει από τον καναπέ,
που θα σας κάνει να νιώσετε ζωντανοί και
που στο τέλος της χρονιάς θα σας βοηθήσει να πείτε
«Θέλω να ξαναζήσω μια χρονιά σαν αυτή που πέρασε!»

Αγγελικά άτακτη

Facebook (Απρίλιος 2021)

Φωτογραφία: Γυμναστικές επιδείξεις - Εκπαιδευτήρια Ζούμπου, αρχές δεκαετίας 1970
Από παιδί με στρίμωχναν στα «πρέπει» του κόσμου
και πάλευα να ξετυλίξω τα σάβανα της λευτεριάς μου
Ανόρεχτα, κάμωνα τις ευτυχίες των άλλων
και τάιζα τις δικές μου δυστυχίες
Μα τα φίλιωσα όλα
Ξεγλίστραγα κάποτε και τότε … ολόκαρδα ζωηρή και ευδαίμων!

Δελφύς, χαρά της κοιλίας μου

Σφάλισες μέσα σου τους οργασμούς του έρωτα
και τους καρπούς της αγάπης

Πόνεσες και αιμορράγησες
στις ανθισμένες αγκαλιές της νιότης

Φιλοξένησες και έθρεψες έμβρυα σε καιρούς
που συμβάδιζες με τον πρώιμο νου

Τροφοδότησες και φόρτωσες την ψυχή μου
με το φίλτρο του μητρικού ενστίκτου

Σμίλεψες και άκουσες τα όνειρά μου
ξαναγεννώντας τη ζωή

Πρόθυμη, επιθυμητή και επίμονη
σε όλο σου το βίο

Στενάχωρη, διαβρωτική και ασθενής
στα στερνά σου

Η γεωγραφία της προσμονής

Αυτό που ακολουθεί το έγραψα ακριβώς μετά από συνομιλία με κάποιον κύριο, που όταν τον συνάντησα είχε χάσει, λίγους μήνες πριν, τη σύζυγό του. Από τις πιο τρυφερές συναντήσεις στη ζωή μου!

Σε περιμένω
με την ίδια εμμονή που το άνυδρο χώμα περιμένει
την πρώτη σταγόνα της βροχής να μπει στις ρωγμές του.

Σε κλείνω μέσα μου
σαν το παλιό πέτρινο σπίτι
που κλείνει μέσα του τις μνήμες των ανθρώπων,
προστατεύοντάς τες από τη λήθη.

Σε ανασαίνω
σαν τον δύτη που βγαίνοντας στην επιφάνεια της θάλασσας,
ρουφά τον πρώτο κουβά αέρα,
νιώθοντας τη ζωή να του ξανακαίει τα σωθικά.

Σε αφουγκράζομαι
με την ίδια αγωνία που ο τυφλός μετράει
τα βήματα του ξένου στο πλακόστρωτο,
μαντεύοντας το σχήμα του κόσμου από τον ήχο.

Σε παρατηρώ
σαν τον αστρονόμο που έχει αφιερώσει τη ζωή του
σε ένα μόνο σκοτεινό σημείο του ουρανού,
σίγουρος πως αργά ή γρήγορα, εκεί θα γεννηθεί ένα αστέρι.

Σε κατοικώ
σαν την ηχώ που κατοικεί στο φαράγγι!
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ χωρίς τη δική σου «φωνή».

Μυστικά ανθέων

Μάης πάλι, κι αν πρόσεξες
τα δέντρα βλασταίνουν πάνω στα χαλάσματα
Σκαλίζω με μανία να ξεριζώσω τούτο το φυτό
που πεισμώνει και ξεμυτίζει στην πέτρινη ανθοδόχη
θυμίζοντας πως η ζωή επιμένει να φυτρώνει
ακόμη και στις πιο σκληρές σκέψεις μου
Τελικά η ομορφιά δεν είναι ο δρόμος για τη λύπη,
μα η μόνη μας απόδειξη πως τίποτα δεν χάνεται
Κάθε λουλούδι που ανοίγει, μια υπόσχεση:
πως η χαρά είναι πιο βαθιά κι από το πιο παλιό μας τραύμα

(Μπορεί ν αλλάζει κάτι γύρω μας, αλλά καλό είναι να βρίσκουμε τον τρόπο να κρατήσουμε τη δική μας ομορφιά μέσα σε αυτό)